Γραμμές από το παρελθόν

Θυμός
Αντισφαλίζονται τ’ ασκιά όχι του Αιόλου
μα του δικού μου σπλάχνου.
Αγάλι αγάλι λύνονται σφιχτοδεμένα ως ήταν
τα σκοινιά, προβάλλουνε απ’τα σκοτάδια
μακάβριες οι τέσσερεις φλόγες,
ν’ αδραχτούν από τ’ αφίλιωτα Σημεία,
τσεκούρι και πυρσός στην παλάμη
για τη γη, ξερή και χέρσα.
Τα πάντα να καούν στην πύρινη λίμνη
της οργής:
θεοί και χίμαιρες κι όνειρα· ελπίδες
και προσευχές
σκαλώνουνε στα σύννεφα. Μοναξιά!
Τινάζονται τα φυλλώματα, γυμνώνει το
δέντρο κι η καρδιά από έλεος. Ο φόνος
κανοναρχεί το νου, η βουλιμία καλπάζει
για το πηγάδι των ευχών, να πέσει να πνιγεί
μπας και γλυτώσω!


1992


Το σφάλμα

Ο γυπαετός φτερούγισε αλάργα
χορτάτος. Ο Προμηθέας δεν ξανάνιωσε.
Η νύχτα πέφτει φορτωμένη στους
ώμους αιμοβόρες νυχτερίδες.
Τα σπλάχνα πονεμένα απ’ το σκουλήκι
και την βδέλλα. Το σφάλμα ανατέλλει
γιομοφέγγαρο και το συθέμελο γυρίζει.
Ο καιρός που γκρεμίζεται, καταρράκτης
λούζει τις πράξεις. Ξεπηδά
μοσκοβολώντας δροσούλα η Φλόγα!
Ο νους αντιφεγγίζει, πυρωμένο
σίδερο στην ντελικάτη παλάμη, τα
χείλη ολοπόρφυρα σταλάζουν αίματα,
όπως οι γαλάζιες πληγές του ουρανού,
σκέπη της κεφαλής μου.
Τα σήμαντρα αντιλαλούν στα σώματα
που καμπανίζουν και τελικά πέφτουν.
Βήματα που σφαλίζονται στο Βιβλίο
της Ζωής ανακαλούνται τώρα που
οι ασφόδελοι μαράθηκαν και μόνο
νυχτολούλουδο πλανιέται στον αέρα.
Δεν δώρισα την Φωτιά στους
ανθρώπους. Το σώμα μου λαμπάδα
αφανίζεται, φως και λάσπη.
Αν είναι, ας παραδώσω τούτη την
στιγμή το Χάος.


1992


Πορφυρό νερό

Στην άκρη της δημοσιάς το πορφυρό νερό
ξεπλένει ορμές και πόθους και όνειρα·

χαράζει την πέτρα, καθαρίζει το αυλάκι,
να κυλήσουν τα δάκρυα του απολογισμού
και οι κρυστάλλινες δροσοσταλίδες της Ελπίδας.
Το δέντρο κοιτά, το πύρωμα κατακαίει
τα παράσιτα μιας ζωής πικρής, βουτηγμένης
στον άκαρδο πόνο.
Το δέντρο δακρύζει. Τα χρυσαφένια φυλλώματα
υγρά, ωχρά στο χώμα απ’ το θανάσιμο χνώτο
ενός Θεού Φονιά.
Ο αέρας στροβιλίζεται· αδράχνει τον λεπτό
κονιορτό, πλάθει ζωντανές μορφές, δημιουργεί,
χαίρεται τον αντίλαλο των γέλιων στους
αντιπέρα βράχους.
Ώσπου να σπάσει το πήλινο σταμνί,
χίλια ασυναρμολόγητα κομμάτια.
Και ύστερα; Και πάλι;
Πήρε να σκοτεινιάζει μέρα μεσημέρι.
Οι καρδιές μας μαύρες σαν την πίσσα.
Λαβωμένα τα σωθικά του ουρανού σταλάζουν·
στη λίμνη της μνήμης πώς τσαλαβουτά η λήθη
ταράζοντας το όμορφο του Ναρκίσσου
βελουδένιο προσωπείο!
Τα πόδια λύγισαν σαν τα καλάμια στη
λυσσαλέα θύελλα.
Τα γόνατα βούλιαξαν στην λάσπη·
τα στόματα ξεχύλισαν από τα παρακάλια·
έπαψαν την προσευχή.
Αγκαλιάζει ο άγγελος την ύπαρξη.
Βαριά πολύ τα σώματα, ασήκωτα·
δεμένα με τον κόσμο, με τον καιρό,
με την Ανάγκη τα πεπραγμένα των
δύο πιο υψηλών φωνών.
Ασφόδελος ο άνθρωπος, ανθίζει μιαν Άνοιξη μονάχα!


1992


Προοίμιο

Άσε τις Μούσες να χορεύουν για χάρη σου
τα άσματα του Απόλλωνα.
Μην τις τρομάξεις!

Αν φύγουν, ποτέ πια δεν θα τις ξαναδείς.
Στάσου ακίνητος και απολάμβανε την στιγμή.
Άσ' τες με ρόδα να γεμίζουν τον αέρα

πάνω απ' τα μαλλιά σου.
Σβήσε την σκέψη, προσηλώσου στο τραγούδι.
Κι όταν σε πλησιάσουν και σε αρπάξουν απ' το χέρι,

μην αντισταθείς!
Θα 'ναι η Μοίρα σου που θα σε καλεί·

θα 'ναι η στιγμή που ήρθε.
Γονάτισε μπρος την Πυθεία,

γύρε το κεφάλι και με τα μάτια κλειστά
ψιθύρισε τον Μύθο των Μοιραίων Στιγμών.


1993

Μοιραίες στιγμές

Βυθίζω την ματιά μου στα γαλάζια νερά.
Ώ διαύγεια του νου, σκληρό φως που πληγώνεις
τα τρυφερά συναισθήματα!
Όποια κι αν είναι η γλώσσα, με λέξεις δυνατές
μου επιτίθεσαι κι εμπρός σου η γλύκα κι η πίκρα
μαρμαρώνουν σε άκαμπτες θεωρίες και συμπεράσματα.
Γκρεμίζονται τα τείχη, μήτε σύνορα πια, μήτε φραγμοί·
όλος ο κόσμος ένα σχέδιο· φυσά το αεράκι,

φυσώ και εγώ, σκορπάει η φτηνή φαντασμαγορία.

Κι έρχονται πάλι κάτι στιγμές που καθετί βουλιάζει
στη λάσπη. Σώματα γεμάτα θνητότητα δακρύζουν μουσκεύοντας,
με αίμα τα πεσμένα φύλλα.
Ανθίζει η γη, με αγκαλιάζει, με σφίγγει πολύ

και μοιραία ξυπνώ.
Στιγμές ευτυχίας εναλλάσσονται τον πόνο· τίποτα περισσότερο από αστραπές· όχι, δεν είναι σε ξάστερο ουρανό. Ο δικός μου ασήκωτος, νεφοσκεπής μουγκρίζει. Η επιθυμία που γίνηκε λαχτάρα και κατόπιν πείνα.
Μακάρι να ούρλιαζα.

Οι λύκοι στην παγερή μοναξιά τους
πάντα ουρλιάζουν.
Φαύλος κύκλος. Πάλι η καθαρότητα, ξανά ο νους ο καταλύτης.
Οι δρόμοι, οι περίπατοι, τα άγνωστα πρόσωπα,

ξόρκια στη θέση της δράσης.
Της τελευταίας πράξης, για να συμπληρωθεί
το ανολοκλήρωτο.


1993